άλυσις

άλυσις
(-εως) η см. αλυσίδα;

άλυσις ορέων — горная цепь;

άλυσις λογική — цепь доказательств


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "άλυσις" в других словарях:

  • άλυσις — ἄλυσις ( εως), η (Α) [ἀλύω] βλ. αλυσμός …   Dictionary of Greek

  • ἄλυσις — distress fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλυσις — chain fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλύσει — ἄλυσις distress fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀλύσεϊ , ἄλυσις distress fem dat sg (epic) ἄλυσις distress fem dat sg (attic ionic) ἀλύζω socket for aor subj act 3rd sg (epic) ἀλύζω socket for fut ind mid 2nd sg ἀλύζω socket for fut ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλύσει — ἅλυσις chain fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἁλύσεϊ , ἅλυσις chain fem dat sg (epic) ἅλυσις chain fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλύσεις — ἄλυσις distress fem nom/voc pl (attic epic) ἄλυσις distress fem nom/acc pl (attic) ἀλύζω socket for aor subj act 2nd sg (epic) ἀλύζω socket for fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλύσεις — ἅλυσις chain fem nom/voc pl (attic epic) ἅλυσις chain fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλύσι — ἅλυσις chain fem dat pl (ionic) ἁλύσῑ , ἅλυσις chain fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλύσεσι — ἄλυσις distress fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλύσεσιν — ἄλυσις distress fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλύσεσσιν — ἄλυσις distress fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»